ἀχαίνη

ἀχαίνη
Grammatical information: f.
Meaning: `kind of bread, made by women for the Thesmophoria' (Semus 13).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: No etym.
Page in Frisk: 1,198

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀχαίνη — large loaf fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀχαΐνη , ἀχαίνης brocket masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχαίνην — ἀχαίνη large loaf fem acc sg (attic epic ionic) ἀχαΐνην , ἀχαίνης brocket masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχαίνης — ἀχαίνη large loaf fem gen sg (attic epic ionic) ἀχαΐνης , ἀχαίνης brocket masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχαίνας — ἀχαίνᾱς , ἀχαίνη large loaf fem acc pl ἀχαίνᾱς , ἀχαίνη large loaf fem gen sg (doric aeolic) ἀχαΐνᾱς , ἀχαίνης brocket masc acc pl ἀχαΐνᾱς , ἀχαίνης brocket masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αχαΐνης — ἀχαΐνης, ο (θηλ. ἀχαΐνη και ἀχαιΐνη και ἀχαιϊνέη, η) ελάφι δύο ετών. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για τεχνικό όρο άγνωστης προελεύσεως. Θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί παράγωγο της λ. Αχαΐα, αν ληφθεί υπ όψιν ότι το είδος αυτό θα ήταν συχνό στην περιοχή] …   Dictionary of Greek

  • ἀχαίναι — ἀχαίνᾱͅ , ἀχαίνη large loaf fem dat sg (doric aeolic) ἀχαΐναι , ἀχαίνης brocket masc nom/voc pl ἀχαΐνᾱͅ , ἀχαίνης brocket masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.